Google Website Translator Gadget

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπιτόγατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σπιτόγατος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

Limitless


 
Υπάρχει άραγε το μαγικό χάπι που ξεκλειδώνει το υπόλοιπο 90% του εγκεφάλου μας; Και αν ναι, τι επιπτώσεις έχει αυτό στη ζωή μας; Αυτές είναι οι δύο ερωτήσεις που πρόκειται να απαντήσει η ταινία “ Χωρίς όρια”.
Ένας νεαρός και ατάλαντος συγγραφέας (Μπράντλει Κούπερ) έχει κλείσει μια συμφωνία για βιβλίο, χωρίς να έχει γράψει ούτε μία σελίδα (πώς γίνεται αυτό, μη με ρωτάτε!). Προσπαθεί να βρει ιδέες, αλλά τίποτα. Ώσπου κάνει την εμφάνιση του, ο πρώην κουνιάδος του, προσφέροντας του τον Παράδεισο, κλεισμένο σ' ένα μικρό χαπάκι. Το δέλεαρ είναι μεγάλο και παίρνει την απόφαση να το δοκιμάσει και βλέπει πως λειτουργεί. Το βιβλίο τελειώνει μέσα σε ελάχιστες μέρες και όλα παίρνουν μια ευχάριστη τροπή. Όπως όμως σε κάθε αμερικανιά, υπάρχουν οι κατάλληλες ανατροπές. Ο κουνιάδος δολοφονείται από κάποιους που ψάχνουν το θαυματουργό χάπι και ο πρωταγωνιστής τρέχει και δεν φτάνει αφού πρέπει συνέχεια να “ντοπάρεται”, για να μπορέσει να τα βγάλει πέρα....

Το σίγουρο είναι ότι η ταινία δεν λέει και “πολλά”. Η σκηνοθεσία και η μουσική είναι κάτι που θα κερδίσει τον θεατή, αλλά τίποτα παραπάνω. Ο Μπράντλει Κούπερ προσπαθεί να γίνει ηθοποιός, αλλά δεν του βγαίνει. Πρέπει να ψηθεί ακόμα πολύ για να μπορέσει ν' αποδείξει, ότι αξίζει. Ευχάριστη εναλλαγή, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, στο ρόλο του μεγιστάνα, που θα πατήσει επί πτωμάτων για να καταφέρει αυτό που θέλει.

Μια μέτρια ταινία, με φτωχό σενάριο, αλλά ευφάνταστη σκηνοθετική ματιά!

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

A Serious Man




Αδελφοί Κοέν. Άλλη μια πατάτα όπως το “Burn after reading” (προσπαθώ να την ξεχάσω!); Ευτυχώς όχι.
Μια μαύρη κωμωδία με πολύ νόημα. Ένας Εβραίος καθηγητής, ο Lawrence “Larry” Gopnik, έρχεται αντιμέτωπος με πολλά ατυχή συμβάντα. Οι κατραπακιές έρχονται η μία μετά την άλλη και δεν ξέρει τι να κάνει. Η γυναίκα του τον απάτησε, ο αδελφός του είναι χαρτοπαίκτης, ο διορισμός του στο πανεπιστήμιο βρίσκεται στον “αέρα”, το αμάξι του γίνεται σμπαράλια σε μία καραμπόλα κ.α. Γενικότερα η ζωή του δεν είναι και στα καλύτερα της. Όλα αυτά βέβαια μέσα από ένα πολύ κωμικό πρίσμα.
Επειδή η θρησκεία έχει σημαίνοντα ρόλο, αποφασίζει να ζητήσει συμβουλές από διάφορους ραβίνους. Το αποτέλεσμα; Κανείς δεν έχει να του δώσει την απάντηση που ψάχνει. Ο Χασέμ (Θεός) τον ξέχασε! Η μεγαλύτερη αποκάλυψη για τον πρωταγωνιστή είναι ότι οι μεγαλύτερες αλήθειες κρύβονται μέσα μας κι εκεί πρέπει να ψάξουμε. Οι διάφοροι θρησκευτικοί συμβουλάτορες είναι απλοί άνθρωποι, που έχουν αυτοχρηστεί προφήτες, για να μας κοροϊδεύουν με τις ιστορίες τους.


Η ταινία είναι μια σάτιρα για τη θρησκεία. Η επιλογή του θέματος είναι πολύ καίρια και κάνει βαθιά τομή στις ηθικές και πνευματικές μας πεποιθήσεις. Η καθιερωμένη σκηνοθετική άποψη των αδελφών Κοέν είναι παρούσα καθ' όλη τη διάρκεια. Προσωπικά μου θύμισε λίγο, τον “Μεγάλο Λεμπόφσκι”. Ο πρωταγωνιστής Michael Stulhbarg στο ρόλο του αγαθού Larry Gopnik είναι πολύ καλός. Δεν τον γνώριζα, αλλά μ' εξέπληξε ευχάριστα. Αυτός όμως που μου έκανε την μεγαλύτερη εντύπωση, αν και δεν εμφανίστηκε πολύ, ήταν ο Richard Kind. Υποδύεται τον “προβληματικό” αδελφό του καθηγητή, αλλά όπου χρειάζεται πετάει τις κατάλληλες ατάκες και φέρνει τα πάνω κάτω.

Την προτείνω ανεπιφύλακτα σε όλους. Θα προβληματιστείτε, αλλά συγχρόνως θα περάσετε και ευχάριστα.


Σάββατο 30 Απριλίου 2011

The Lovely Bones


Η 14χρονη Susie Salmon (Saoirse Ronan) είναι ένα όμορφο κορίτσι που μεγαλώνει σε ένα ζεστό και ήρεμο οικογενεικό περιβάλλον στο Norristown της Pennsylvania στις αρχές της δεκαετίας του '70. Ένα απόγευμα, καθώς γυρίζει από το σχολείο, ο George Harvey (Stanley Tucci), ένα μοναχικό και περίεργο άτομο που ζει στην ίδια γειτονιά με την Susie, την αποπλανεί και τελικά την σκοτώνει. Η ήσυχη ζωή της οικογένειας της διαταράσσεται καθώς οι γονείς της Jack (Mark Wallberg) και Abigail (Rachel Weisz) παλεύουν να αντιμετωπίσουν τα δεδομένα της νέας πραγματικότητας. Η ψυχή της Susie όμως δεν βρίσκει γαλήνη, αφού το πτώμα της αγνοείται, ενώ η ταυτότητα του δολοφόνου της παραμένει άγνωστη. Έτσι, παρακολουθώντας από τον παράδεισο το δράμα που βιώνουν οι δικοί της καθημερινά, η ψυχή της βρίσκεται αντιμέτωπη μπροστά σε ένα τεράστιο δίλημμα: να εκδικηθεί τον δολοφόνο της ή να δει την οικογένειά της να προχωρά, έχοντας συμβιβαστεί με την απώλεια της.

Όταν είχα δει για πρώτη φορά το trailer της ταινίας στον κινηματογράφο, ομολογώ πως δεν μου είχε κάνει ιδιαίτερη αίσθηση ώστε να την δω. Παρόλο που το “The Lovely Bones” φέρει την υπογραφή του Peter Jackson, ενός σκηνοθέτη που σημάδεψε με τις εξαιρετικές ταινίες του την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, δυστυχώς εισπρακτικά δεν πήγε καθόλου καλά. Λέω “δυστυχώς”, γιατί θεωρώ πως τελικά πρόκειται για μια μάλλον αδικημένη ταινία. Προσωπικά μου άρεσε πολύ, χωρίς φυσικά να μπαίνω σε διαδικασία σύγκρισης και να αναλώνομαι σε πράγματα όπως τι έλειπε, τι δεν έλειπε, τι ή αν είχε παραλλαχτεί κάτι από το ομότιτλο βιβλίο της Alice Sebolt. 

Για μένα, ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία που κρατούσε τον θεατή παρά τη μεγάλη διάρκειά της (135'), με στιγμές άλλες έντονα φορτισμένες και άλλες με αγωνία. Το cast είχε καλή χημεία και εδώ θα ήθελα να σταθώ σε δύο πράγματα: στην πολύ καλή ερμηνεία του Stanley Tucci που ήταν πραγματικά αγνώριστος (όσοι δείτε την ταινία θα εντυπωσιαστείτε από την ανώμαλη φυσιογνωμία του χαρακτήρα που υποδύεται) και στον Mark Wallberg που ήταν ίσως η πρώτη φορά που με εξέπληξε θετικά. Μεγάλο ατού της ταινίας είναι η φωτογραφία και τα εφέ που χρησιμοποιήθηκαν για να απεικονίσουν τον παράδεισο (για την ακρίβεια ένα ενδιάμεσο στάδιο πριν τον παράδεισο), που δημιουργούν πραγματικά μαγικές εικόνες φέρνοντας στο μυαλό αντίστοιχες σκηνές από το “What Dreams May Come” με τον Robin Williams. 



 

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Sanctum



Μια υποβρύχια ομάδα σπηλαιολόγων προετοιμάζεται για να μελετήσει το μεγαλύτερο σπήλαιο στον κόσμο στην Παπούα Νέα Γουινέα, που παραμένει ακόμα ανεξερεύνητο. Αρχηγός της αποστολής είναι ο πολύπειρος σπηλαιολόγος-δύτης Frank (Richard Roxburgh), ενώ ανάμεσα στα υπόλοιπα μέλη που απαρτίζουν την ομάδα είναι ο δισεκατομμυριούχος και χρηματοδότης του εγχειρήματος Carl (Ioan Gruffudd) με την κοπέλα του Victoria (Alice Parkinson), όπως επίσης και ο 17χρονος γιός του Frank, Josh (Rhys Wakefield). Η αποστολή μοιάζει άριστα σχεδιασμένη μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, όμως ένας δυνατός τυφώνας που ξεσπάει αποκλείει την μοναδική έξοδο του σπηλαίου. Εγκλωβισμένοι πλέον στο υγρό, σκοτεινό και θανάσιμα επικίνδυνο σπήλαιο, θα πρέπει να οργανώσουν άμεσα ένα σχέδιο απόδρασης μέσα από ανεξερεύνητες δαιδαλώδεις διαδρομές, που θα μετατρέψουν το όλο εγχείρημα σε εφιάλτη...

Το “Sanctum” είναι μια κλασική, κλειστοφοβική περιπέτεια επιβίωσης που -κακά τα ψέματα- αν δεν υπήρχε από πίσω το όνομα του James Cameron στην παραγωγή, η ταινία θα περνούσε μάλλον αδιάφορη. Έχει μεν κάποιες δυνατές σκηνές που δείχνουν πώς μπορεί να αντιδράσει ο άνθρωπος κάτω από ακραίες και κρίσιμες για τη ζωή του συνθήκες, όμως δεν έχει κάποια πρωτοτυπία. Αν δηλαδή κάποιος έχει δει παρόμοιες ταινίες όπως το θρυλικό “The Abyss” του James Cameron και το “Sphere”, ουσιαστικά δεν έχει να μάθει ή να δει κάτι καινούργιο. Πέρα λοιπόν από το ότι ο θεατής είναι από την αρχή υποψιασμένος για την εξέλιξη, η ταινία έχει ορισμένες καλές στιγμές και σίγουρα στα "συν" είναι τα καλογυρισμένα υποβρύχια πλάνα.

Εν κατακλείδι, αν κάποιος είναι λάτρης περιπετειών επιβίωσης τέτοιου στυλ, το “Sanctum” είναι μια ενδιαφέρουσα επιλογή που θα τον διασκεδάσει. Σε όλους τους υπόλοιπους θα φανεί αδιάφορο, ίσως και βαρετό. Και κάτι τελευταίο: δεν καταλαβαίνω για ποιό λόγο η ταινία αυτή βγήκε στους κινηματογράφους σε 3D. Για το “Avatar” ok, το καταλαβαίνω γιατί τα οπτικά εφέ ήταν εκπληκτικά και άξιζε να πληρώσει κάποιος αυξημένο εισιτήριο για την 3D version. Στην περίπτωση του “Sanctum” όμως, δεν υπήρχε κανένας λόγος για κάτι τέτοιο, γεγονός που με οδηγεί στο συμπέρασμα πως ο James Cameron μάλλον προσπάθησε να εξαργυρώσει την επιτυχία του “Avatar” σε μια ταινία διαφορετικού τύπου, απλά και μόνο για να κάνει μεγαλύτερες εισπράξεις. 

 

Πέμπτη 21 Απριλίου 2011

The Rite


Ο Michael Kovak (Colin O'Donoghue) θέλει να ξεφύγει από το οικογενειακό του περιβάλλον, όπου ο πατέρας του είναι ιδιοκτήτης γραφείου τελετών, κι έτσι αποφασίζει να φοιτήσει σε θεολογική σχολή προκειμένου να γίνει ιερέας. Η πίστη του Michael όμως δεν είναι τόσο δυνατή και τα ερωτήματα προκαλούν αμφιβολίες καθώς προσπαθεί να εξηγήσει κάποια πράγματα με την λογική. Όταν θα δεχτεί την πρόταση που του γίνεται, πηγαίνει στο Βατικανό για να εκπαιδευτεί σαν εξορκιστής, όμως ο σκεπτικισμός και οι αμφιβολίες του δεν λένε να κοπάσουν. Εκεί, γνωρίζει τον Πατέρα Lucas (Anthony Hopkins), έναν ιερέα με μακρά πείρα στους εξορκισμούς και γνωστό για τις εκκεντρικές μεθόδους που ακολουθεί. Οι εμπειρίες που θα ζήσει ο Michael στο πλευρό του Πατέρα Lucas, θα δημιουργήσουν νέα δεδομένα στη ζωή του νεαρού ιερέα, αφού ο σκεπτικισμός, η αμφισβήτηση και η λογική έρχονται να συγκρουστούν με τη δύναμη της πίστης...

Το “The Rite” είναι ένα ευπρεπές και ενδιαφέρον θρίλερ, χωρίς όμως να έχει τις τρομακτικές σκηνές για τις οποίες πολλοί θα θελήσουν να δουν την ταινία και φυσικά απέχει κατά πολύ από τον κλασικό “Εξορκιστή” του William Friedkin. Όμως βλέπεται ευχάριστα και αυτό οφείλεται κατά ένα μέρος στην -σε γενικές γραμμές- καλή σκηνοθεσία του Mikael Hafstrom, που ναι μεν βαδίζει στην πεπατημένη, παρόλα αυτά δεν το κάνει με τρόπο που ενοχλεί τον θεατή. Κατά ένα άλλο μέρος οφείλεται στον Anthony Hopkins που χωρίς να “βγάζει μάτια”, είναι απλά καλός και η παρουσία του και μόνο δίνει άλλον αέρα και αίγλη στην ταινία. Αντιθέτως, ο Colin O'Donoghue όντας άχρωμος, άοσμος και άγευστος, περνάει μάλλον αδιάφορος χωρίς να μας παρουσιάζει κάτι το ιδιαίτερο.

Όσον αφορά το “βασισμένο σε αληθινά γεγονότα”, αυτό ελέγχεται... Τα σκηνοθετικά κόλπα και ευρήματα είναι πολλά και διάφορα προκειμένου να δημιουργήσουν ένα ιδιαίτερο κλίμα γύρω από την ταινία, να την κάνουν πιο πιστευτή, υποβλητική και εν τέλει τρομακτική. Οπότε με αυτό το σκεπτικό ως προς το τελευταίο, εμείς διατηρούμε τις επιφυλάξεις μας... 

 

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Taken



Ο Brian Mills (Liam Neeson) είναι ένας πρώην πράκτορας της CIA που πλέον έχει συνταξιοδοτηθεί για να βρίσκεται κοντά στην 17χρονη κόρη του, Kim (Maggie Grace). Το γεγονός πως ο Brian απουσίαζε συχνά από το σπίτι λόγω της δουλειάς του, είχε σαν αποτέλεσμα όχι μόνο να είναι απόμακρος με το παιδί του, αλλά τελικά οδήγησε και στο διαζύγιο με την γυναίκα του Lenore (Famke Janssen). Πλέον ο Brian ζει μόνος, ενώ η κόρη του μεγαλώνει μαζί με την μητέρα και τον πλούσιο πατριό της. Όταν η Kim ζητάει από τον πατέρα της να δώσει τη συγκατάθεσή του για να μπορέσει να πάει διακοπές με μια φίλη της στο Παρίσι, ο Brian αρχικά είναι αρνητικός καθώς φοβάται να αφήσει την κόρη του να κάνει κάτι τέτοιο, στη συνέχεια όμως πείθεται από την Lenore και συμφωνεί θέτωντας παράλληλα κάποιους όρους. Στο Παρίσι όμως, η 17χρονη Kim και η φίλη της Amanda, θα πέσουν θύματα απαγωγής από μέλη της αλβανικής μαφίας που ειδικεύονται στο εμπόριο λευκής σαρκός. Ο Brian θα χρειαστεί να επιστρατεύσει όλες τις ικανότητες που είχε αναπτύξει τόσα χρόνια ως πράκτορας, προκειμένου να σώσει τη ζωή της κόρης του...

Καθαρή περιπέτεια δράσης με τον Liam Neeson να κάνει την ευχάριστη έκπληξη και να αποδίδει εξαιρετικά σε έναν ρόλο που θα μπορούσε να πει κανείς πως εκ πρώτης όψης μάλλον δεν του ταιριάζει απόλυτα. Παρόλο που δεν με συναρπάζει ιδιαίτερα σαν ηθοποιός (πιστεύω πως ανήκει σε εκείνους που δεν κάνουν καλές επιλογές), στη συγκεκριμένη ταινία ο Neeson είναι κάτι παραπάνω από καλός και πειστικός στον χαρακτήρα που υποδύεται. Φυσικά, σε αυτό παίζει σημαντικό ρόλο το γεγονός ότι ουσιαστικά όλη η ταινία περιστρέφεται γύρω του, με μερικούς δευτερεύοντες ρόλους να τον πλαισιώνουν. Η σκηνοθεσία είναι του Pierre Morel, ενώ το σενάριο των Luc Besson και Robert Mark Kamen.

Αν εξαιρέσουμε μερικές υπερβολές (στο κάτω κάτω ποιά ταινία δράσης δεν έχει και υπερβολές;), το “Taken” είναι μια πολύ καλή επιλογή για κάποιον που θέλει να περάσει το βράδυ του βλέποντας μια ωραία περιπέτεια, με καλή παρέα, pizza και μπίρα. 

 

Πέμπτη 14 Απριλίου 2011

Sucker Punch



Μια νεαρή κοπέλα κλείνεται στο ψυχιατρείο από τον πατριό της. Εκεί καταφεύγει σε μια εναλλακτική πραγματικότητα ως μέσο διαφυγής από τον εφιάλτη που ζει και οραματίζεται το σχέδιο απόδρασής της από την κλινική.

Όταν λίγες μέρες πριν έχω δει το “Battle: Los Angeles”, είπα μέσα μου χαριτολογώντας πως η βδομάδα δεν ξεκίνησε καλά από την άποψη επιλογής ταινιών. Όπως αποδεικνύεται, μυαλό δεν έβαλα και η συνέχεια δόθηκε χθες βράδυ που παρακολούθησα στο cinema (ναί, σωστά διαβάσατε, πλήρωσα δηλαδή για να τη δω) την καινούρια ταινία του σκηνοθέτη των “300” και του “Watchmen”, Zack Snyder. Αυτό πρακτικά σημαίνει δεύτερη κίτρινη κάρτα, αποβολή και την άγουσα για τα αποδυτήρια μπας και καθαρίσω εκεί το μυαλό μου, γιατί τόση σαβούρα μαζεμένη δεν μπορώ να την αντέξω. Θα αναρωτηθεί κάποιος “καλά ρε φίλε, δεν ήξερες τί πήγαινες να δεις; τί περίμενες; κοινωνικό προβληματισμό και υψηλή κουλτούρα;”. Η απάντηση σε μια τέτοια εύλογη απορία, είναι πως φυσικά και ήξερα τι θα έβλεπα καθώς είμαι fan των action movies, όπως επίσης και των ταινιών καταστροφής, όμως πάνω από όλα είμαι fan των καλών ταινιών και δυστυχώς το “Sucker Punch”, δεν συγκαταλέγεται σε καμία περίπτωση σε αυτές. 

Ο Zack Snyder, που κατά την γνώμη μου είναι ο μάγος των οπτικών εφέ του σύγχρονου κινηματογράφου, αφού με τη δουλειά του στους “300” άλλαξε επίπεδο τον συγκεκριμένο τομέα, υπογράφει μια ταινία όπου εκτός από την σκηνοθεσία, έχει συμμετοχή (για πρώτη φορά μάλιστα) και στην συγγραφή του σεναρίου. Αποτέλεσμα; Η ταινία πραγματικά σκίζει από οπτικά εφέ, όπου ο Snyder για μία ακόμη φορά δίνει ρέστα, αλλά από υπόθεση και σενάριο είναι για κλάματα. Παρακολουθώντας το “Sucker Punch” είχα σε όλη την διάρκεια της ταινίας την αίσθηση πως πρόκειται περισσότερο για ένα δυνατό rock music video που θα μπορούσε κάλλιστα να παίζει στο MTV, παρά για ταινία. Action movie με ωραίες σκηνές δράσης και ακόμη πιο ωραίες κοπέλες να πρωταγωνιστούν, αλλά -ως γνωστόν- ταινία χωρίς σενάριο είναι καταδικασμένη. Σίγουρα υπήρχαν πολλές επιρροές και στοιχεία από άλλες ταινίες όπως “Kill Bill”, “Charlie's Angels”, “The Lord of the Rings”, όμως ο τρόπος που είχαν συνδυαστεί τα στοιχεία αυτά μέσα στην ταινία είχαν ως αποτελέσμα έναν κινηματογραφικό αχταρμά και τίποτα περισσότερο. 


Το φινάλε της ταινίας είναι επίσης άστοχο, αφού μετά από μια περιπέτεια που μοιάζει με comic, με τόσες σκηνές δράσης σε μορφή video clip, η αμπελοφιλοσοφία και τα στοχαστικά ερωτήματα όχι απλά δεν ταιριάζουν, αλλά καταντάνε γελοία. Με το τελευταίο θα συμφωνήσει νομίζω η πλειοψηφία όσων είδε την ταινία. Το κοινό στην αίθουσα που βρισκόμασταν πάντως, χαβαλέδιασε αρκετά με το φινάλε (κι εγώ επίσης) για τον λόγο που προανέφερα.

Να το δώ;”
Αν θες μόνο δράση και οπτικά εφέ που στο cinema αξίζουν πραγματικά, ok. Αλλιώς άστο... Ίσως σε κάποια άλλη εναλλακτική πραγματικότητα...

Υ.Γ Η Emily Browning (Baby Doll) σε ρόλο λολίτας, ήταν σαν την Sailor Moon.

Υ.Γ 2 Η Abbie Cornish (Sweet Pea) είναι ο κλώνος (για την ακρίβεια μια πιο όμορφη εκδοχή) της συμπατριώτισσάς της, Nicole Kidman. 

 

Ο Όρμος


 Γράφοντας αυτές τις αράδες, πραγματικά ανατριχιάζω, όταν μου έρχονται στη θύμηση όλα όσα είδα στο συγκεκριμένο ντοκιμαντέρ. Δεν είμαι φαν του είδους, αλλά το συγκεκριμένο αξίζει απ' όλες τις απόψεις, γιατί μιλάει για ένα κοινωνικό φαινόμενο.
Ο Ρικ Ο' Μπάρυ ήταν για πολλά χρόνια ο εκπαιδευτής του τηλεοπτικού “Φλίπερ”, που στην πραγματικότητα ήταν θηλυκό, η Κάθυ. Πίστευε ότι τα δελφίνια είναι ευχαριστημένα στα δελφινάρια και τα ενυδρεία, αλλά τελικά έκανε λάθος και το διαπίστωσε με τον πιο άσχημο τρόπο. Η αυτοκτονία της Κάθυ, στην αγκαλιά του, τον ταρακούνησε και από τότε ξεκίνησε να ελευθερώνει μαζικά τ' αδέλφια της, σ' όλο τον κόσμο. Αυτό δεν είναι τόσο εύκολο, όσο ακούγεται, γιατί υπήρχαν κίνδυνοι, ακόμα και για την ίδια του τη ζωή.
Ο κόλπος Ταϊτζί, στην Ιαπωνία είναι ο τελευταίος του σταθμός και αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα που έχει βάλει με τον εαυτό του. Τα νούμερα μιλάνε από μόνα τους: κάθε χρόνο σφαγιάζονται πάνω από 23.000 δελφίνια, μόνο και μόνο για να πουληθεί το κρέας τους, που στην πραγματικότητα είναι δηλητήριο. Βέβαια, “μέσα στην καλοσύνη τους”, πουλάνε και κάποια σε δελφινάρια για να επιδοθούν σε παραστάσεις και να ευχαριστήσουν το φιλοθεάμον κοινό.
Η αποστολή που ανέλαβε μαζί με τον Λούι Ψυχογιός (τον σκηνοθέτη της ταινίας) είναι αρκετά ριψοκίνδυνη. Πρέπει να μπορέσουν να βάλουν κάμερες, χωρίς να τους αντιληφθεί κανένας, για να δείξουν στον κόσμο την “αλήθεια” για τους δολοφόνους.
Οι εικόνες που περνούν μπροστά από τα μάτια σου είναι τραγικές και είναι φορές που δεν αντέχεις άλλο, λυγίζεις μπροστά σ' αυτό το αποτρόπαιο θέαμα. Οι πληροφορίες που μαθαίνεις γι' αυτά τα πλάσματα σε κάνουν να τ' αγαπήσεις ακόμα περισσότερο και να μισήσεις το ανθρώπινο είδος, για την αναίσχυντη συμπεριφορά του. Ο “Όρμος” πήρε το όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ για το 2010 – που κατά τη γνώμη μου – τ' άξιζε και με το παραπάνω.


Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Battle: Los Angeles



Εξωγήινες δυνάμεις εισβάλλουν στην Γη και επιτίθενται με σκοπό να αφανίσουν τους ανθρώπους και να εκμεταλλευτούν τους φυσικούς πόρους του πλανήτη, όπως το νερό. Η μία πόλη πέφτει μετά την άλλη και το Los Angeles γίνεται το τελευταίο οχυρό σε μια άγρια μάχη επιβίωσης όπου το μέλλον του κόσμου βρίσκεται στα χέρια του πεζοναύτη λοχία Michael Nantz (Aaron Eckhart) και της διμοιρίας του.

Μια ακόμη ταινία βασισμένη σε ένα θέμα που μάλλον έχει εξαντληθεί (“Independence Day”, “Starship Troopers”, “War of the Worlds”), με τη διαφορά όμως πως ενώ κάποιες από αυτές (όπως π.χ το “Independence Day”) καταφέρνουν να είναι διασκεδαστικές, αυτή εδώ αποτυγχάνει παταγωδώς. Να τα πάρουμε όμως τα πράγματα ένα ένα; 

Καταρχήν, το σενάριο, πέρα από την ιδέα που είναι εξαιρετικά απλή και χιλιοειπωμένη, είναι κακογραμμένο με χαρακτήρες χάρτινους και απλοϊκές ατάκες βγαλμένες από video game, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας. Η σκηνοθεσία του Jonathan Liebesman είναι εμφανώς επηρρεασμένη από την ταινία του Ridley Scott, “Black Hawk Down”, όμως το τελικό αποτέλεσμα είναι απογοητευτικό, γιατί η ταινία αναλώνεται απλώς σε ακατάσχετο πιστολίδι και εκρήξεις που προκαλούν ηχορρύπανση και πονοκέφαλο. Ένα ακόμη μείον είναι πως οι σκηνές δράσης, δηλαδή σχεδόν όλη η ταινία εξαιρουμένων των πρώτων 10 λεπτών, δεν είναι ωραία γυρισμένες, αφού η κάμερα κινείται συνεχώς και αυτό όχι μόνο ζαλίζει, αλλά δεν σε αφήνει και να απολαύσεις τις σκηνές μάχης για τις οποίες άλλωστε γυρίστηκε η ταινία. Επίσης, μέσα στην όλη κάπνα της μάχης, τον καταιγισμό πυρών και γρήγορων εναλλαγών των σκηνών, δεν καταφέρνεις να έχεις μια καλή εικόνα του εχθρού, απλώς μόνο ότι οι εξωγήινοι είναι κάτι σε ρομπότ, άλλα ιπτάμενα τηλεκατευθυνόμενα, και άλλα “απλοί” στρατιώτες που πολεμούν στην πρώτη γραμμή. Ευχαριστώ πολύ, αλλά θα προτιμούσα να έβλεπα τον Duke Nukem να πλακώνεται με τους εξωγήινους εισβολείς με φόντο το Los Angeles ή έστω τον Schwarzenegger να πολεμάει ξανά στα γεράματα τον T-1000, παρά αυτό.

Κάπως έτσι, το “Battle: Los Angeles” καταλήγει να είναι μια κλασική χαζοαμερικανιά που ούτε για pop corn και coca cola δεν κάνει. Η ερώτηση “Να το δώ;” είναι μάλλον περιττή...


Τετάρτη 6 Απριλίου 2011

Californication Season 4 Finale



Η τέταρτη season του Californication που ξεκίνησε να προβάλλεται στις αρχές Ιανουαρίου, ολοκληρώθηκε πριν λίγες μέρες κι έτσι έπεσε για φέτος η αυλαία στις περιπέτειες του Hank Moody. Όσοι όμως από εσάς είστε fan της σειράς, μην ανησυχείτε, αφού όπως ανακοίνωσε η Showtime και επιβεβαίωσε ο δημιουργός της Tom Kapinos, η σειρά θα συνεχιστεί και για πέμπτη season τα γυρίσματα της οποίας θα αρχίσουν μέσα στον μήνα που διανύουμε.

Η τέταρτη season που παρακολουθήσαμε ουσιαστικά συνεχίζει την ιστορία λίγες ώρες αργότερα, μετά τη σύλληψη του Hank στο τέλος της τρίτης season και έχει ως βασικό θέμα της την κατεστραμμένη ζωή του ήρωα. Όλα τα μυστικά του Hank έχουν αποκαλυφθεί, κι έτσι ο κόσμος γνωρίζει πια πως είναι αυτός που έχει γράψει το βιβλίο-best seller “Fucking & Punching”, καθώς επίσης και πως έχει κάνει sex με τη Mia, κάτι που θα τον φέρει αντιμέτωπο με τον νόμο. Ως αποτέλεσμα, όλα γίνονται -για μια ακόμη φορά- στη ζωή του άνω-κάτω με την Karen να μην θέλει ούτε να τον δει μπροστά της, την κόρη του Becca απογοητευμένη από τη συμπεριφορά του πατέρας της και τον γκαφατζή ατζέντη του, Charlie Rankle, μοναδικό του φίλο και στήριγμα σε όλη αυτή την κατάσταση. Έτσι, ο Hank μετακομίζει πλέον σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου όπου αρχίζει να γράφει το σενάριο για την κινηματογραφική μεταφορά του “Fucking & Punching”, ενώ ταυτόχρονα στη ζωή του μπαίνει η Abby Rhodes (Carla Gugino), μια όμορφη δικηγόρος που αναλαμβάνει να τον ξελασπώσει...

Η τέταρτη season που μόλις ολοκληρώθηκε ήταν σε γενικές γραμμές μέτρια και σε καμία περίπτωση δεν ήταν το ίδιο καλή με τις προηγούμενες. Η ιστορία προχωρούσε αργά, σε σημείο που αρκετά επεισόδια (ειδικά τα πρώτα) ήταν βαρετά και έμοιαζε σαν προσπαθούσαν απλώς να “γεμίσουν” τη season κάνοντας μας να αναρωτιόμαστε μήπως τελικά δεν υπάρχει καν υπόθεση. Η αργή πλοκή καθυστερούσε την εξέλιξή κι έτσι αντί η ιστορία να προχωράει φυσιολογικά, όπως συνέβαινε στις προηγούμενες seasons, έμοιαζε να μένει στάσιμη και οι χαρακτήρες δεν είχαν την φρεσκάδα που θα έπρεπε. Το τελευταίο επεισόδιο ήταν με διαφορά το καλύτερο και ο τρόπος που ήταν γυρισμένο θα μπορούσε κάλλιστα να αποτελεί το κλείσιμο της αυλαίας όχι μόνο της τέταρτης season, αλλά και ολόκληρης της σειράς. Αυτό βέβαια οφείλεται στο ότι έναν χρόνο πριν, οι συντελεστές της σειράς δεν ήξεραν αν το Californication θα συνεχιζόταν και για πέμπτη season, οπότε διάλεξαν ένα ωραίο τέλος που θα ταίριαζε σε κάθε περίπτωση.

Από τη στιγμή που θα γυριστεί και πέμπτη season λοιπόν, είναι αναγκαίο να υπάρξει τόσο ένα καλό φρεσκάρισμα στους χαρακτήρες, όσο και μια γενικότερη ανανέωση της ιστορίας προκειμένου να μην χάσει το ενδιαφέρον της και κυρίως να μην πάψει να είναι διασκεδαστική για όλους εμάς που την παρακολουθούμε. Ο Tom Kapinos το γνωρίζει καλά αυτό, το μόνο λοιπόν που μένει είναι να περιμένουμε μερικούς μήνες για να απολαύσουμε τον Hank Moody σε νέες περιπέτειες και φυσικά στο γνωστό ραντεβού του με την καταστροφή! 


 

Τρίτη 5 Απριλίου 2011

Απώλεια



Το μεγαλύτερο λάθος που μπορείς να κάνεις όταν δεν έχεις κοιμηθεί καλά το προηγούμενο βράδυ, είναι να δεις την “Απώλεια”. Κατά την άποψη μου κερδίζει το βραβείο βαρεμάρας και θα εξηγήσω σε λίγο το γιατί.
Η ζωή ενός ευτυχισμένου ζευγαριού αλλάζει ραγδαίως, μετά από το θάνατό του μοναχογιού τους. Αυτό είναι, δεν έχει άλλο! Η ταινία από 'κει και πέρα προσπαθεί να μας δείξει την πορεία της Νικόλ Κίντμαν και του Άαρον Έκχαρτ, μέσα από ομαδικές ψυχοθεραπείες και παραληρήματα, κυρίως της γυναίκας, να επιστρέψουν στον πρότερο βίο τους.
Όλα εξηγούνται όταν διαβάσεις στους τίτλους αρχής ότι όλο αυτό το “αριστούργημα” έχει βασιστεί σ' ένα θεατρικό μονόπρακτο. Με λίγα λόγια, η μεταφορά των σεναριογράφων είναι απαίσια. Οι διάλογοι είναι τόσο αργοί που κοιτάς το χρονόμετρο του dvd player, για να δεις πόση ώρα έχει περάσει από την προηγούμενη ατάκα. Η Νικόλ Κίντμαν μετά από τις πλαστικές που έχει κάνει, έχει χάσει αρκετά από την υποκριτική της δεινότητα, γιατί όπως και να το κάνουμε το μεγαλύτερο εργαλείο του ηθοποιού, είναι το πρόσωπό του. Ένα άλλο ερώτημα που έχω είναι: ποιός την είχε θέσει υποψήφια για βραβείο Α' γυναικείου ρόλου; Ο Άαρον Έκχαρτ παίζει αξιοπρεπώς, αλλά όταν δεν υπάρχει από πίσω σενάριο και σκηνοθεσία, ό, τι και να κάνεις αποδεικνύεται λίγο. 

Συμπέρασμα: Μ-Α-Κ-Ρ-Ι-Α!!!! 

 

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Every day




Είχα για πολύ καιρό στο αρχείο μου αυτή την ταινία, αλλά ποτέ δεν έβρισκα την ώρα να τη δω, γιατί όλο και κάποια άλλη θα έπαιρνε τη θέση. Χθες όμως, ήρθε η κατάλληλη στιγμή και ως αποτέλεσμα είχε να περάσω ευχάριστα μιάμιση ώρα.

Το θέμα της ιστορίας είναι για έναν σεναριογράφο και τη γυναίκα του και φυσικά για την κρίση που περνούν στο γάμο τους. Ο ένας γιος είναι γκέι, ο άλλος δεν βρίσκει τη στήριξη που θέλει, η συγγραφική δουλειά του άνδρα πάει κατά διαόλου και συν τοις άλλοις εμφανίζεται και ο πατέρας της συζύγου, που είναι μέσα στην περιέργεια. Είναι πολύ δύσκολο να κρατηθούν οι ισορροπίες, όταν υπάρχει μια τέτοια κατάσταση, αλλά το ρεζουμέ είναι ότι όταν υπάρχει θέληση και αγάπη, όλα μπορούν να γίνουν, ακόμα και όταν εμπόδια φαίνονται αξεπέραστα.

Το σενάριο είναι αρκετά καλογραμμένο και έχεις κάποιες πετυχημένες ατάκες. Εκεί που κερδίζει είναι όταν μιλάει για τις αλήθειες του τηλεοπτικού χώρου και για το πόσο βρώμικα αρρωστημένος είναι. Ο Liev Schreiber είναι σε γενικές γραμμές μέτριος και από κοντά έρχεται και η Helen Hunt, που έχει υιοθετήσει μία μανιέρα και τη χρησιμοποιεί παντού. Όλα τα λεφτά είναι ο πατέρας που κριτικάρει συνέχεια όλο τον κόσμο, σε σημείο που σου 'ρχεται να τον σκοτώσεις, αλλά στο τέλος βλέπεις ότι πρόκειται για έναν βαθιά πονεμένο άνθρωπο και έτσι επέρχεται η κάθαρση.

Μια ρομαντική κομεντί, που μιλάει για ανθρώπους της διπλανής πόρτας! 

 

Κυριακή 20 Μαρτίου 2011

Love and Other Drugs

 
Υπάρχουν ταινίες που τις βλέπεις μόνο και μόνο για να περάσεις την ώρα σου και άλλες που σε προβληματίζουν κιόλας και σε βάζουν να σκεφτείς. Ποιο είναι όμως το καλύτερο; Όταν μια γλυκανάλατη ταινία περιέχει την κατάλληλη δόση προβληματισμού. Ε εντάξει είμαι λίγο υπερβολικός σε αυτά που λέω, αλλά ακούστε με!
Ο Τζέιμι (Τζέικ Τζίλενχαλ) είναι ο κλασικός τύπος γκομενάκια που γυρίζει από τη μία γυναίκα στην άλλη, κάνει σεξ και περνάει καλά. Η γοητεία του τον έχει βοηθήσει τόσο στον ερωτικό όσο και στον επαγγελματικό τομέα. Αυτή η στάση ζωής όμως θ' αλλάξει, από τη στιγμή που θα γνωρίσει την Μάγκι (Αν Χάθαγουεϊ). Πρόκειται για μία κοπέλα μ' ελεύθερο πνεύμα που δεν αφήνει κανέναν και τίποτα να τη γονατίσει. Το πρόβλημα υγείας της, την έχει κάνει αρκετά επιφυλακτική με τους ανθρώπους και γι' αυτό έχει πολύ καιρό να κάνει σχέση. Μέσα σε αυτή την κατάσταση κάνει την εμφάνιση του το φτερωτό χοντροαγγελάκι, ρίχνοντας τα βέλη του.
Μην περιμένετε να δείτε σπουδαίες ερμηνείες, ούτε ευφάνταστους διαλόγους. Είπαμε, είναι μια ταινία που θα καθήσεις για δύο ώρες να τη δεις, θα γελάσεις, αλλά μπορεί να σου φύγει στιγμιαία και ένα μικρό δάκρυ. Έχει αρκετές πινελιές ανθρωπιάς, πολλές αλήθειες, αλλά πάνω απ' όλα αυτό που θα σε κερδίσει είναι ότι δεν θα δεις άλλη μία χαζοκομεντί.


Τετάρτη 16 Μαρτίου 2011

Relative Strangers



Όλα κυλούν ομαλά στην ζωή του 34χρονου ψυχολόγου Richard Clayton (Ron Livingston) : η καριέρα του είναι σε πολύ καλό δρόμο έχοντας μόλις εκδόσει ένα καινούργιο βιβλίο σχετικά με τη διαχείριση θυμού, πρόκειται να παντρευτεί την εκλεκτή της καρδιάς του Ellen (Neve Campbell) και έχει μεγαλώσει σε ένα πλούσιο και αριστοκρατικό περιβάλλον. Τα πάντα όμως θα ανατραπούν, όταν ο Richard θα ανακαλύψει πως είναι υιοθετημένος και οι άνθρωποι που τον έχουν αναθρέψει δεν είναι οι πραγματικοί, αλλά οι θετοί του γονείς. Σοκαρισμένος από αυτό το αναπάντεχο γεγονός, ο Richard αρχίζει να ψάχνει τους βιολογικούς γονείς του, όμως η αναζήτηση αυτή θα του βγει μπούμερανγκ καθώς έρχεται αντιμέτωπος με την πραγματικότητα: ο Frank (Danny DeVito) και η Agnes Menure (Kathy Bates), ένα φτωχό και άξεστο ζευγάρι, είναι οι πραγματικοί γονείς του Richard που θα προκαλέσουν το χάος στη ζωή του.

Είδα την ταινία το σαββατόβραδο που μας πέρασε και ειλικρινά δεν το μετάνιωσα που τελικά έμεινα σπίτι και δεν βγήκα έξω. Το “Relative Strangers” (στα ελληνικά “Και από δω...οι γονείς μου”) είναι μια κωμωδία επικών διαστάσεων που χαρίζει άφθονο γέλιο με το χιούμορ και τον αυθορμητισμό της. Το δίδυμο Danny DeVito – Kathy Bates έχει τρομερή χημεία, δίνοντας ρεσιτάλ ερμηνείας παίζοντας τους άξεστους βλαχοαμερικάνους με τη χαρακτηριστική προφορά, αποδεικνύοντας για ακόμη μια φορά πόσο καλοί ηθοποιοί είναι. Ειδικά ο Danny DeVito είναι απολαυστικός, με ατάκες και αντιδράσεις που ξεκαρδίζεσαι από τα γέλια. Αξίζει να την δείτε και με το παραπάνω! 

 


Δευτέρα 14 Μαρτίου 2011

Dark City




Ο John Murdoch (Rufus Sewell) ξυπνάει στην μπανιέρα ενός ξενοδοχείου, δίχως να θυμάται ποιός είναι και πώς βρέθηκε εκεί. Ένα τηλεφώνημα από τον Dr. Daniel Schreber (Kiefer Sutherland) τον πληροφορεί πως κάποιοι τον κυνηγάνε και πως κινδυνεύει. Στο ίδιο όμως δωμάτιο με αυτόν, βρίσκεται και το πτώμα μιας πόρνης που έχει δολοφονηθεί με τελετουργικό τρόπο. Ο Murdoch κατηγορείται τόσο γι'αυτόν, όσο και για μια σειρά αντίστοιχων φόνων για τους οποίους καταζητείται από τον επιθεωρητή Frank Bumstead (William Hurt). Περιπλανώμενος σε μια εφιαλτική πόλη που δεν υπάρχει ήλιος και παλεύοντας να θυμηθεί έστω και κάτι που θα αποτελέσει την άκρη του νήματος σχετικά με τη ζωή, το παρελθόν, αλλά και τη γυναίκα του (Jennifer Connelly), ο Murdoch έρχεται αντιμέτωπος με αυτούς που τον καταδιώκουν. Οι “Ξένοι” -όπως τους αποκαλούν- είναι μυστηριώδη πλάσματα με ψυχοκινητικές ικανότητες, όταν όμως ο Murdoch ανακαλύπτει πως έχει κι εκείνος τις ίδιες δυνάμεις θα προσπαθήσει να ξεσκεπάσει την αλήθεια που είναι βαθιά κρυμμένη στην Dark City...

Παρόλο που είμαι λάτρης των ταινιών επιστημονικής φαντασίας, πρέπει να παραδεχτώ πως η συγκεκριμένη κατά κάποιο περίεργο τρόπο μου είχε ξεφύγει. Σαν τίτλο την ήξερα, όμως δεν είχε τύχει ποτέ να καθίσω να την δω. Το “Dark City”, μια ταινία παραγωγής 1998 σε σκηνοθεσία Alex Proyas, είναι ένα sci-fi film noir με μια ατμόσφαιρα σκοτεινή, σχεδόν αποπνικτική, που σε καθηλώνει. Σαν ιδέα είναι πολύ πρωτότυπη, γι'αυτό άλλωστε κέρδισε και αρκετά σημαντικά βραβεία όπως το Bram Stoker Award κ.ά, όμως κάποια πράγματα όπως για παράδειγμα τα οπτικά εφέ θα μπορούσε να είναι και καλύτερα, δεδομένου ότι μόλις ένα χρόνο μετά, βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το “Matrix”, μια ταινία-σταθμός του είδους. Επομένως τεχνολογικά ήταν εφικτή μια τέτοια βελτίωση. Αυτό που είναι το σημαντικότερο απ'όλα είναι όπως είπαμε η σκοτεινή, gothic ατμόσφαιρα της ταινίας που νιώθεις να τυλίγεται γύρω σου και φυσικά το πρωτότυπο σενάριο της. Παρακολουθώντας την, θυμήθηκα ταινίες σαν το “Hellraiser” που προφανώς επηρρέασαν σε κάποιο βαθμό και το “Dark City” (ειδικά οι “Ξένοι” έφερναν έντονα στο μυαλό την εικόνα του θρυλικού Pinhead), αλλά και πρόσφατες παραγωγές όπως το “Inception” του Christopher Nolan και το “The Adjustment Bureau” που επηρρεάστηκαν από αυτή. Για τους φίλους των sci-fi movies το “Dark City” είναι must! Για όλους τους υπόλοιπους, είναι μια ταινία επιστημονικής φαντασίας που θα σας διασκεδάσει, χωρίς όμως να σας “ξετρελάνει”. 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2011

Η ζωή μετά




Xθες το βράδυ ως γνήσιος σπιτόγατος κάθησα να δω τη νέα ταινία του Κλιντ Ίστγουντ, “Ζωή μετά”. Να πω ότι απογοητεύτηκα; Θα το πω! Το θέμα του θανάτου και για το τι υπάρχει στο επέκεινα πάντα πουλάει, αλλά φτάνει πια. Όχι άλλο κάρβουνο!

Η ταινία παρουσιάζει τρεις παράλληλες ιστορίες. Ένας Αμερικανός έχει εγκαταλείψει τη δουλειά του μέντιουμ, γιατί δεν μπορεί να ζήσει φυσιολογικά. Μια γαλλίδα δημοσιογράφος έζησε από κοντά το τσουνάμι στην Ινδονησία και έχοντας “πεθάνει” για λίγα δευτερόλεπτα, βλέπει τα πάντα διαφορετικά. Ένα σχολιαρόπαιδο από το Λονδίνο “χάνει” τον δίδυμο αδελφό του και προσπαθεί με χίλιους δυο μεταφυσικούς τρόπους, να έρθει σε επαφή μαζί του.
Στο τέλος, όπως γίνεται σ' αυτά τα παραμυθάκια, οι τρεις διαφορετικοί άνθρωποι συναντιούνται και τέλος καλό, όλα καλά!

Ο Κλιντ Ίστγουντ μας έχει συνηθίσει σε εξαιρετικές ταινίες, υψηλού επιπέδου, με αυτή του όμως την επιλογή, κάνει ένα καλλιτεχνικό παραστράτημα. Θέλει να παρουσιάσει ένα μεταφυσικό παιχνίδι, το σενάριο όμως δεν το βοηθά και όλη η ταινία μπάζει από παντού. Ο Ματ Ντέιμον φαίνεται διαβασμένος στο ρόλο του μέντιουμ και σε κάποια σημεία μου θύμισε όλους αυτούς τους τσαρλατάνους στις εκπομπές του Χαρδαβέλλα.
Η ταινία διακατέχεται από μια παιδική αφέλεια και είναι διάσπαρτη από κατάθλιψη.
Συμπέρασμα: Μη χάσετε το χρόνο σας! Υπάρχουν καλύτερα πράγματα να κάνετε...



Κυριακή 6 Μαρτίου 2011

The Adjustment Bureau



Ο David Norris (Matt Damon) είναι ένας ανερχόμενος και πολλά υποσχόμενος νεαρός πολιτικός, που έχει θέσει υποψηφιότητα για την Αμερικανική Γερουσία. Όλα όμως στη ζωή του θα αλλάξουν ξαφνικά, όταν τυχαία θα γνωρίσει την Elise (Emily Blunt), μια γοητευτική χορεύτρια την οποία ερωτεύεται παράφορα. Κάποιοι μυστηριώδεις άντρες όμως, απεσταλμένοι της Μοίρας, κάνουν την εμφάνισή τους προκειμένου να εμποδίσουν το ειδύλλιο που πάει να αναπτυχθεί μεταξύ τους. Όταν αποκαλύπτεται στον David η πραγματική ταυτότητα αυτών των αντρών, οι “Ρυθμιστές” -όπως αποκαλούνται- του εξηγούν πως αποστολή τους είναι να αποτρέψουν με κάθε τρόπο αυτή τη σχέση, αφού κάτι τέτοιο θα είχε σοβαρές επιπτώσεις τόσο στον ίδιο και την Elise, όσο και γενικότερα, καθώς θα ανατρεπόταν η ροή της Ιστορίας. Ο David αψηφώντας τις προειδοποιήσεις και τις απειλές των Ρυθμιστών, ρισκάρει προκειμένου να είναι με την Elise και πηγαίνοντας κόντρα στο πεπρωμένο του, αποφασίζει να γίνει ο ίδιος κυρίαρχος της Μοίρας του.

Οι “Ρυθμιστές” -όπως η ταινία μεταφράστηκε στα ελληνικά- είναι βασισμένη στο διήγημα “Adjustment Team”, του συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας Philip Dick. Παρά το γεγονός πως σαν ιδέα είναι πολύ καλή, το τελικό αποτέλεσμα αφήνει τον θεατή μάλλον απογοητευμένο. Η ιστορία μοιάζει να “μπάζει” από παντού αφήνοντας πολλά αναπάντητα ερωτήματα, σε σημείο που αυτό καταντάει ενοχλητικό (δε μπορούμε να τα υποθέτουμε και να τα μαντεύουμε όλα!). Συνεπώς, ενώ φαίνεται να έχει καλές προθέσεις, η υλοποίηση του σχεδίου αφήνει τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο George Nolfi “μετεξεταστέο”, αφού η ιστορία καταλήγει να είναι ένα sci-fi ρομάντζο με εξωφρενικά προβλέψιμη εξέλιξη και λύση.
Εν κατακλείδι, η ταινία παρα τα ελαττώματά της είναι χαλαρή και βλέπεται ευχάριστα, αλλά μέχρι εκεί. Αν θέλετε να με ακούσετε, κρατήστε τα λεφτά σας και περιμένετε να τη δείτε όταν με το καλό βγει σε DVD. 



 

Σάββατο 5 Μαρτίου 2011

O λόγος του βασιλιά




Έχοντας ακούσει πολύ καλά λόγια από το συγγενικό μου περιβάλλον και κυρίως από άτομα των 45+, γι' αυτή την ταινία, αποφάσισα να δω “ιδίοις όμμασι”, περί τίνος πρόκειται. Πήρα λοιπόν μια μεγάλη γαβάθα με ποπ – κορν, έψαξα λίγο στο νετ για να μάθω την υπόθεση και περίμενα μ' ανυπομονησία να ολοκληρωθεί το download.

Η ιστορία του βασιλιά Γεώργιου Στ' της Αγγλίας που δεν μπορούσε να αρθρώσει ούτε μία λέξη, έχει από μόνη της αρκετό ενδιαφέρον. Ο Μπέρτι ήταν ένας άνθρωπος αρκετά δειλός λόγω του προβλήματος του, αναγκάστηκε όμως ν' αναλάβει τον θρόνο, μετά από το θάνατο του πατέρα του Γεώργιου Ε' και την σκανδαλώδη παραίτηση του βασιλιά Εδουάρδου Η'. Εκεί λοιπόν κάνει την εμφάνισή του ο δήθεν λογοθεραπευτής – αποτυχημένος ηθοποιός, Λάιονελ Λογκ, ο οποίος μέσα από περίεργες μεθόδους θεραπείας, καταφέρνει να του διδάξει την έννοια της πραγματικής φιλίας και να του δείξει ότι τα εμπόδια υπάρχουν στη ζωή, για να τα ξεπερνάμε.

Έχουμε να κάνουμε μ' ένα έργο αξιοπρόσεχτο, αλλά που ταιριάζει πιο πολύ σε λίγο μεγαλύτερες ηλικίες. Ο Κόλιν Φερθ στο ρόλο του βραδύγλωσσου Μπέρτι, δεν περνάει σε καμία περίπτωση απαρατήρητος και δείχνει ότι είναι ένας “μεγάλος” ηθοποιός. Μετά από το περσινό Single Man, που στο τσακ έχασε το πολυπόθητο χρυσό αγαλματίδιο, φέτος ήρθε η ώρα ν' αποζημιωθεί με το όσκαρ Α' ανδρικού ρόλου. Αυτός όμως που κάνει την μεγαλύτερη εντύπωση είναι ο Τζέφρι Ρας. Ένας ηθοποιός διαμάντι που ανεβάζει τον χαρακτήρα που υποδύεται σ' άλλα ύψη, μέσω της υποκριτικής του δεινότητας. Κατά την άποψη μου, αυτός είναι η αποκάλυψη της ταινίας. Τα λόγια βγαίνουν τόσο αβίαστα από το στόμα του, που έχεις την εντύπωση ότι αυτοσχεδιάζει όλη την ώρα (με την καλή έννοια!).
Γενικώς, όλα είναι προσεγμένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, αλλά αν δεν είστε φαν ταινιών εποχής, μπορεί και να μην “τρελαθείτε”.




Πέμπτη 3 Μαρτίου 2011

Killer Klowns From Outer Space



Why here? Why now? Why...clowns?

Ψάχνοντας σε μια συλλογή από soundtracks κάποιο βράδυ πριν λίγο καιρό, έπεσε το μάτι μου στον τίτλο μιας ταινίας που κάτι μου θύμιζε... Δε μπορούσα με σιγουριά να πω αν είχα δει κάποτε αυτή την ταινία ή όχι, οπότε έριξα μια γρήγορη ματιά στο IMDB για να φρεσκάρω λιγάκι τη μνήμη μου. Με το που είδα την αφίσα της ταινίας, αμέσως κατάλαβα ότι κάπως, κάπου, κάποτε είχαμε “γνωριστεί” εμείς, μάλλον σε κάποιο κανάλι τύπου Tv Magic, Tele City κτλ, τις μεταμεσονύκτιες ώρες λίγο πριν τις διαφημίσεις για τα μαχαίρια Shogun και το καινούργιο υποαλλεργικό μαξιλάρι από την telemarketing.

Έχοντας μια ιδιαίτερη αδυναμία στις ταινίες τρόμου, είπα να την παρακολουθήσω για να δω “τί παίζει”. Φυσικά και δεν περίμενα να δω καμία υπερπαραγωγή, άλλωστε είχα πλήρη επίγνωση του τί έκανα, αφού το “Killer Klowns From Outer Space” δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα teenage b-movie που γυρίστηκε πιο πολύ με χιουμοριστική διάθεση, παρά με σκοπό το τρομάξει. Σε αυτή τη βάση, δεν έχει νόημα να αρχίσει κανείς να “θάβει” μια τέτοια ταινία, που έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν είπε κανένας πως είναι για oscar. Άρα ή την απορρίπτεις εξ αρχής ως μια νεανική b-movie που ξέρεις πάνω-κάτω τι...σε περιμένει ή την βλέπεις χωρίς μετά να διαμαρτύρεσαι και να βρίζεις. Η υπόθεση είναι παρα πολύ απλή: εξωγήινοι με τη μορφή κλόουν προσγειώνονται με το διαστημόπλοιο-τσίρκο τους σε μια μικρή αμερικανική πόλη και τρομοκρατούν τους κατοίκους της.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν είχα καμία πρόθεση να γράψω για αυτή την ταινία, μετά όμως από τις συνεχείς...προσκλήσεις-προκλήσεις από γνωστούς και φίλους, είπα να μην αφήσω την ευκαιρία να πάει χαμένη και σήκωσα το γάντι ανταποκρινόμενος.
Η ερώτηση-κλειδί: Να την δω;
Αν είσαι fan των ταινιών τρόμου και σου αρέσει πού και πού να βλέπεις καμιά b-movie, ναι. Αλλιώς....ΜΑΚΡΙΑ! 

 

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Edge of Darkness



Ο ντετέκτιβ Thomas Craven (Mel Gibson) έχει μόλις πάρει την κόρη του Emma (Bojana Novakovic) από το αεροδρόμιο της Βοστώνης και παρα την χαρά των δύο που ξανασμίγουν, ένα είδος αμηχανίας από την πλευρά της Emma κάνει γρήγορα αισθητή την παρουσία της στην ατμόσφαιρα. Με το που φτάνουν σπίτι και ενώ ο πατέρας της ετοιμάζει το δείπνο, η Emma ξαφνικά αρχίζει να αιμορραγεί από τη μύτη και το στόμα και έχει έντονα σημάδια αδιαθεσίας. Η Emma πανικόβλητη προσπαθεί να πει κάτι στον πατέρας της, που τρομαγμένος καθώς είναι, την παίρνει αμέσως για να την πάει στο νοσοκομείο. Δεν θα προλάβει όμως να του πει το μυστικό που κρατάει. Καθώς ανοίγουν την πόρτα, ακριβώς απ'έξω βρίσκεται ένας άντρας με μάσκα ο οποίος αφού φωνάζει “Craven”, πυροβολεί και σκοτώνει την Emma. Από εκείνη την ώρα ο Thomas Craven βάζει σκοπό της ζωής του να βρει αυτόν που δολοφόνησε την αγαπημένη του κόρη. Υποψιάζεται πως ο θάνατός της δεν ήταν τυχαίος, ούτε πως πραγματικός στόχος ήταν ο ίδιος, όπως πιστεύουν οι Αρχές. Ερευνώντας κάποια στοιχεία που ανακαλύπτει, βρίσκει την άκρη του νήματος μιας ιστορίας στην οποία εμπλέκονται μια ιδιωτική εταιρεία-κολοσσός, κυβερνητικά στελέχη και μυστικές υπηρεσίες.

Πρόκειται για ένα δυναμικό come back του πρωταγωνιστή Mel Gibson έπειτα από αρκετά χρόνια απουσίας μπροστά από τις κάμερες και αποδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο πως δεν “σκούριασαν” οι υποκριτικές του ικανότητες. Η ταινία ισορροπεί επιδέξια ανάμεσα στην περιπέτεια και στο δράμα, αφού η αναλογία σκηνών δράσης και δράματος είναι σωστά μοιρασμένες χωρίς στοιχεία υπερβολής, αφήνοντας ικανοποιημένο τον θεατή. Φυσικά αυτά οφείλονται στην εξαιρετική σκηνοθεσία του Martin Campbell, που με τη βοήθεια ενός καλογραμμένου σεναρίου και ενός ρόλου που ταιριάζει απόλυτα στον Mel Gibson καταφέρνει να δημιουργήσει μια πολύ ποιοτική ταινία που δεν θα αφήσει κανέναν ασυγκίνητο. 




 
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...